Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΣΑΥΡΑ

Ένας ελαιοχρωματιστής
κάποτε στη Μπαμπίνη
κόντεψε δίχως ¨όργανο¨
ο φουκαράς να μείνει.

Την ώρα που τα εργατικά
τα ρούχα του φορούσε
μες στο μπατζάκι ένιωσε
κάτι πως περπατούσε.

Και ύστερα ανέβηκε
έφτασε στ' αχαμνά του
και μέσα εκεί στη ζεστασιά
έφτιαξε τη φωλιά του.

Και όταν είδε την ουρά
στου φερμουάρ την πόρτα
νόμισε ήτανε οχιά
λούστηκε στον ιδρώτα.

Μα ευτυχώς το ερπετό
ήτανε σκουτουρέλα
κι αρχισε με του όρχεις του
να κάνει κούνια μπέλα.

Το παντελόνι αστραπή
στο πάτωμα πετάει
κι αμέσως με τα δάχτυλα
άρχισε να μετράει.

Ψηλάφιζε και μέτραγε
στο φουλ η αγωνία
μπήκε η καρδιά στη θέση της
όταν τα βρήκε τρία.

Ρολά, πινέλα πέταξε
απ' την τρελή χαρά του
κι έβγαλε για μπογιάτισμα
τη ¨βούρτσα¨ τη δικιά του.

Στου δωματίου τη γωνιά
είχε ζαρώσει η σαύρα
κι από τη στεναχώρια της
τα είχε βάψει μαύρα.

Μιλιά αν είχε θα 'λεγε
με λόγια πικραμένα
¨Γιώργο, δεν είχα πρόθεση
εγώ να βλάψω εσένα.

Η φήμη σου είναι γνωστή
σ' όλης της γης τα όντα
πως διαθέτεις δυνατά
αρσενικά προσόντα.

Γι' αυτό, λοιπόν, σκαρφάλωσα
ψηλά μέχρι τα σκέλη
μες στην κυψέλη έφτασα
δε γεύτηκα, όμως, μέλι.

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΧΡΕΟΣ

Ο Σόιμπλε απ’ τ’ αριστερά
του βγήκε του Αλέξη
πως, τάχα, τους εφοπλιστές
δεν μπόρεσε να ελέγξει.

Για τους φτωχούς τα ιμάτια
τώρα διαρρηγνύει
¨μην περιμένεις όβολα¨
στον Τσίπρα   διαμηνύει.

Κι ενώ αυτός περίμενε
να ελαφρυνθεί το χρέος
τον έγραψε ξανά εκεί
που κάποτε είχε πέος.

Αλέξη μου, σου τα ’λεγα
-μαζί με μένα κι άλλοι-
έτσι και σκύψεις μια φορά
θα θες ξανά και πάλι.

Μια μαντινάδα  sms
σου έστειλαν επίσης:
¨μες στα κλωσσάκια  αβράκωτος
ποτές μην πορπατήσεις¨.

Κι ο αγιορείτης μοναχός
συχνά στο επισημαίνει:
πως όποιος σκύβει, φίλε μου,
βαθύτερα του μπαίνει.

Με ΟΧΙ εμείς σε ντύσαμε
πριν από δύο χρόνια
όμως απ’ τα πολλά τα ΝΑΙ
πέσαν τα παντελόνια.

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ ΤΑΜΠΑΚΟ

Σε ένα πεζοδρόμιο
στη Χρυσοστόμου Σμύρνης
στο δεκαπέντε συν και πλην
-ορόσημο της μνήμης-

άμα περάσεις και σταθείς
ταμπάκο θα μυρίσεις
και να μην είσαι καπνιστής
θα θέλεις να καπνίσεις.

Σ’ ένα τασάκι ολόγυρα
τα άνθη του Ευόσμου•
καπνίζουν θεριακλίδικα
οι πιο όμορφες του κόσμου.

Σαν παίρνουν μάτι οι οδηγοί
κορτάρουν και κορνάρουν•
στο σταυροδρόμι αρκετοί
τ’ αμάξια τους τρακάρουν.

Κορίτσια είστε ο ορισμός
κι η επιτομή του ωραίου
μα και δημόσιος κίνδυνος
για πρόκληση τροχαίου.




Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1863 - Αλεξάνδρεια, 29 Απριλίου 1933

29 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΗΜΕΡΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ Κ. ΚΑΒΑΦΗ

Δύο ποιήματα για το μεγάλο ποιητή:

ΚΑΒΑΦΗΣ

Έτη ογδόντα τέσσερα απ’ το τριάντα τρία (1933).
Στα εβδομήντα, της ζωής, έκλεισες τα βιβλία.

Κι έμεινε η ποίηση ορφανή η Αλεξάνδρεια μόνη
πάγωσε ο Νείλος τα νερά και ο Χαμσίν τη σκόνη.

Το τελευταίο σου κερί σου έφεγγε να βλέπεις
το Ράμλι, τις οδούς: Σερίφ Λέψιους και  Ροζέτης.

Από καιρό ήσουν έτοιμος για τις Ουράνιες Πύλες.
Του πνεύματος ποιος θα φυλά τώρα τις Θερμοπύλες;

Εσύ μονάχα ήξερες να σκάβεις την ψυχή σου
κι οι άλλοι, οι μαϊμουδίζοντες συγκρίνονται μαζί σου.

Ψηλά από το θρόνο σου δίπλα στον Άγιο Πέτρο
κισσούς βλέπεις να φύονται πλάι στο δικό σου δέντρο.




ΦΕΥΓΩ

Νερά της Αλεξάνδρειας και της ερήμου σκόνη
-σαν έτοιμος από καιρό- μαύρο με πάει παϊτόνι.

Κι αν τη ζωή όπως ήθελα δε μπόρεσα να ζήσω
τουλάχιστον προσπάθησα μην την εξευτελίσω.

Ατένισα την ομορφιά, -πλήρες το βλέμμα ήδη-
και η Ιθάκη μ’ έδωσε το πιο ωραίο ταξίδι.

Μα το μεγάλο ΟΧΙ ή ΝΑΙ ειλικρινά δεν ξέρω
το ’πα, το ψέλλισα, η καν τόλμησα να προφέρω;


                                 Άρης  Μπιτσώρης

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΕΛΙΣΣΑΡΗ

Πήγα σε μέρος μακρινό
στη χώρα Κούλι-Κούλι
που λένε κρέας το ψωμί
και το ψωμί μαρούλι.

Εκεί μέσα στο όνειρο
αντάμωσα και πάλι
ένα κοάλα γκριζωπό
το λέγαν Κάλι-Κάλι.

Όπως μαζί ανεβαίναμε
στου δέντρου τα βλαστάρια
μας λέει ένας πίθηκος
πού πάτε παλικάρια;¨

Δυο σκίουροι, γκρίζος, καφέ
μαζεύανε καρύδια,
¨ελάτε φίλοι μου¨, είπανε
¨να παίξουμε παιχνίδια¨.

Γλίστρησα, όμως, κι έπεσα
στο χώμα το βρεμένο
ξύπνησα τότε και βρακί
είχα κατουρημένο.

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

θάλασσες




ΓΡΑΜΜΟΦΩΝΟ  ΣΤΟ  ΚΥΜΑ

Στη Σαλονίκη μια βραδιά μουντή και νοτισμένη
τους δρόμους τους κακόφημους με τη σειρά είχα πάρει.
Και ύστερα κατέβηκα σ’ ένα υπόγειο μέσα
που άντρες συνωστίζονται  πίσω απ’ το Βαρδάρι.

Μου άνοιξε μία γριά  που έκανε κουμάντο
ένα κουρέλι της ζωής που σέρνονταν ακόμα.
Με μια φωνή φυματικιά έβριζε στο σκοτάδι
και το τσιγάρο έκαιγε το γέρικό της στόμα.

Είχε ένα γραμμόφωνο επάνω στην κονσόλα
με ένα άλφα κι ένα πι πάνω του σκαλισμένα
-λατινικά κι ελληνικά- μέσα σε δυο καρδούλες
και ρώτησα διστακτικά αν το πουλά σ’ εμένα.

Μου είπε: «πάρ’ το άμα θες, χωρίς λεφτά στο δίνω
άλλωστε ήρθε η ώρα μου εγώ ν’ αποδημήσω
λίγες  χαρές, λύπες πολλές θυμίζουν τα κειμήλια
τίποτα απ’ την πικρή ζωή δε θέλω να κρατήσω.

Αυτό όμως το γραμμόφωνο έχει μια ιστορία
μου τ’ άφησε ένας ναυτικός, της Σαλονίκης φίλος
που έγραφε σ’ ένα χαρτί αλλόκοτα τραγούδια
μαρκόνης σ’ ένα φορτηγό, θαρρώ ήταν το “Δήλος”.

Κάποτε που στο Μέξικο πήγε με μινεράλι
στη Βέρα Κρουζ του το ’δωσε με μάτια δακρυσμένα
μία κοπέλα που στα μπαρ συντρόφευε τους άντρες
θυμάμαι και το όνομα, τη λέγαν Αλμουδένα.

Την ερωτεύτηκε, λοιπόν, ένας Μεσολογγίτης
λοστρόμος, μ’ ένα φορτηγό εκεί συχνά γυρνούσε
κι η Άλμου χάρηκε πολύ που θα ’φευγε μαζί του
και μες στα προστυχόσπιτα αυτή δε θα γερνούσε.

Απ’ την Αμέρικα αυτός γραμμόφωνο της φέρνει
κι οι δυο μαζί ακούγανε κλαρίνα της πατρίδας
της λιμνοθάλασσας καημούς, του Μπαταριά τραγούδια
κι εκεί πως θα την παντρευτεί της είπε ο Πελοπίδας.

“Δύο ταξίδια έλειψα και ύστερα σε παίρνω
να αγναντεύουμε μαζί την όμορφη Τουρλίδα
να σε ταΐζω αυγό φαριού και χέλι απ’ τα διβάρια”
κι αυτή ορκίστηκε πιστή να ’ναι στον Πελοπίδα.

Όμως δεν ήτανε γραφτό το όνειρο να στέρξει,
στο μπάρκο το επόμενο που ’χε ο καιρός γινάτι
το πλοίο πήγε αύτανδρο έξω από τα Φώκλαντ
και το γραμμόφωνο έμεινε σ’ εκείνη αμανάτι.

Το ’ριξε τότε στο πιοτό, συνέχεια μεθυσμένη
κι αν Έλληνας μέσα στο μπαρ τύχαινε και περνούσε
έβαζε το γραμμόφωνο στη διαπασών να παίζει
κι αντί για ’κείνους, μόνο αυτή, ως το πρωί κερνούσε.

Μία βραδιά σ’ αυτό το μπαρ εμπήκε κι ο μαρκόνης
του Πελοπίδα έφερνε λιγάκι στο αθάρι
δύο μπουκάλια ήπιανε κι όταν ήταν να φύγει
του ’δωσε το γραμμόφωνο μαζί του να το πάρει.

Του είπε στον ωκεανό βαθιά όταν θα φτάσει
να ρίξει το γραμμόφωνο στης θάλασσα το κύμα
κι όλες τις πλάκες που ’χανε του έρωτα τραγούδια
για να γλεντάει η αγάπη της μες στο υγρό το μνήμα.

Μ’ αυτός βάρος δεν έδωσε στα μεθυσμένα λόγια
μαζί του το ’χε συντροφιά στο πλοίο “Portobello
κι όταν στο “Δήλος” μπάρκαρε κι ήρθε στη Σαλονίκη
το πήρε παραμάσχαλα και μπήκε στο μπορντέλο.

Κι όποτε ερχόταν από δω το βάζαμε να παίζει
κι όταν το άτιμο αλκοόλ στο νου έκανε τούμπες
χορεύαμε χασάπικα, τσάμικα, τσιφτετέλια
και ξημερώναμε με βαλς, ταγκό, τσα-τσα και ρούμπες».

Τώρα έχω το γραμμόφωνο αντίκρυ και καπνίζω
και μέσα απ’ τον πυκνό καπνό φιγούρες αναδεύουν
η Άλμου απ’ τη Βέρα Κρούζ και ο Μεσολογγίτης
ναυάγια, μπαρ και φορτηγά το νου μου τον παιδεύουν.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

ΤΑ ΧΑΡΤΟΝΙΑ


Μην πετάτε τα χαρτόνια
ούτε και τις λαμαρίνες
φτιάξτε στοίβες στα μπαλκόνια
κάτω βάλτε τα απ’ τις κλίνες.

Μην πετάτε τα χαρτόνια
θα στρωθούν χαλιά στο χώμα
τα χειρότερα στη ζήση
δεν τα είδαμε ακόμα.

                       R
Κούτες από ψυγεία Bosch
κι από κουζίνες Siemens
θα γίνουνε δωμάτια
κι ατομικές καμπίνες.

Μην πετάτε τα χαρτόνια
ούτε και τις λαμαρίνες
άστεγα θα ’ρθουνε χρόνια
άστατων καιρών ωδίνες.

Μην πετάτε τα χαρτόνια
θα τα μεταχειριστούμε
για να κάψουμε τους θύτες
ή για να πυρποληθούμε.

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ










Γυναίκα μάνα, αδερφή
γυναίκα ερωμένη
αγία ή αμαρτωλή
πολυτραγουδισμένη.

Ως Πηνελόπη σε τιμώ
Μαρία και Υπατία,
ως Κλεοπάτρα σε ποθώ
Ελένη, Ασπασία.

Όποια και να ’σαι σ’ αγαπώ 
γυνή, αιώνια μήτρα,
τ’ αλάτι είσαι της ζωής
του κόσμου αυτού η φύτρα.


σχετικά με την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας
και τον Προστάτη των Γυναικών δες την ανάρτηση:
http://arisbitsoris.blogspot.gr/2015/03/8-3-1953-8-3-2014.html



Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

ΕΤΕΡΟΝ ΟΥΔΕΝ;

Φτάσαμε, λοιπόν, στο τέρμα
στο απόλυτο μηδέν
και σηκώσαμε τα χέρια
κι είπαμε ¨έτερον ουδέν;¨.

Το μηδέν να γίνει κύκλος
δίσκος να περιστραφεί
και γρανάζι να κινήσει
τη ζωή απ' την αρχή.

Δε χαρίζουμε το βίο
στις ορέξεις κανενός
γιατί θα ξαναβρεθούμε
στην τροχιά του μηδενός.

Μ' αισιόδοξο το βλέμμα
στις προκλήσεις των καιρών
και στο μέλλον που χαράζει
να δηλώσουμε παρών.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΤΗΣ ΒΟΜΒΑΣ

Για λίγες ώρες φύγαμε
έξω απ’ την εστία
κι αμέσως μας κυρίευσε
γρίνια και δυσφορία.

Στους χώρους της υποδοχής,
στων συγγενών τα σπίτια
κουρνιάσαμε στη θαλπωρή
σαν άφτερα σπουργίτια.

Μα η σκέψη μας ταξίδεψε
έστω και φευγαλέα
σε καταστάσεις έκρυθμες
σε γεγονότα ακραία.

Ως εν δυνάμει πρόσφυγες
βιαίως ξεριζωμένοι
στις βάρκες καταχείμωνο
και στα HOT SPOTS ριγμένοι.

Διδακτική ήταν άσκηση
γιατί κανείς δεν ξέρει
αυτή η απρόβλεπτη ζωή
στο μέλλον τι θα φέρει.

Τίποτε μες στο βίο μας
δεν είναι δεδομένο
πρέπει να το ’χουμε καλά
στο νου μας τυπωμένο.

Κι ακόμα αυτό το σύνθημα
ο φάρος μας να γίνει:
¨πολυτιμότερο αγαθό
στον κόσμο είν’ η ΕΙΡΗΝΗ¨.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΑΝΑΡΧΟΝΤΑΙ

Όποια και να σηκώσουμε,
πέτρα, από το χώμα
και όποιο λάκκο σκάψουμε
στάχτες βρίσκουμε ακόμα.
           
Αίματα απ’ τα κατοχικά
εκείνα γεγονότα
που πίσω άφησε η βαριά
των Γερμανών η μπότα.

Τώρα, μια βόμβα που έπεσε
για να ξεκουμπιστούνε,
στο Κορδελιό ήταν γραφτό
μπροστά μας να τη βρούμε.

Πάλι εκτοπιζόμαστε
μετά εβδομήντα χρόνια,
στα καταφύγια εμείς
κι εκείνοι στα σαλόνια.

Έρχονται και ξανάρχονται
οι Γερμανοί στον τόπο
πότε με τρόπο ένοπλο
πότε με κερδοσκόπο.

Ο Χίτλερ με τον πόλεμο
ο Σόιμπλε εν ειρήνη.
Ζώσου ξανά –μα με του νου-
τ’  άρματα Ρωμιοσύνη.

Άρης  Μπιτσώρης

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΦΡΑΓΓΕΛΙΟ

Μήπως το λάβατε κι εσείς το μήνυμα που πήρα;
Του Άγιου Νεκτάριου η μία του η χείρα

-από τις δυο τις δεξιές που έφερε εκείνος-
ετέθη για προσκύνημα, και οι πιστοί είναι σμήνος.

Προ ημερών στην εκκλησιά μιας άλλης ενορίας
η ΕΣΘΗΤΑ μοστραρίστηκε της Παναγιάς Μαρίας.

Ταυτόχρονα σ’ άλλο ναό εδώ στη Σαλονίκη
και η ΑΓΙΑ  ΖΩΝΗ της ήτανε σε προθήκη.

Πρόπερσι το ΜΑΦΟΡΙΟ κι ο ΙΕΡΟΣ ΧΙΤΩΝΑΣ
κι αλλού το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που ’μουν κι εγώ θαμώνας.

Το ΤΙΜΙΟ ΞΥΛΟ έχει να βγει από το δεκατρία
για άλλη ώρα το κρατούν, θα το ’χουν σ’ εφεδρεία.

Μα πάντα υπάρχει απόθεμα, αστείρευτη η βρύση∙
γωνιακό το μαγαζί, το ευνοεί κι η κρίση.

Κι όποτε διαπιστώσουνε πως έχουνε κεσάτια
μια εικόνα θα φανερωθεί με δάκρια στα μάτια,

στέρφα θα κάνει γόνιμη η Παναγιά η Τσαμπίκα,
θαύμα ο Άγιος Ραφαήλ, και θ’ αυγατίσει η προίκα.

Τώρα το ευαγγέλιο διαβάζω του Ιωάννη
εκεί που λέει ο Ιησούς κάποτε εξεμάνη

διότι βρήκε στον ιερό Ναό του Σολομώντα
εμπόρους και κολλυβιστές και το Θεό απόντα.

Ακαριαία αντέδρασε και έδρασε βιαίως
το βεβαιώνουν κι οι άλλοι τρεις Μάρκος, Λουκάς, Ματθαίος.

¨Ποιήσας¨, λένε οι γραφές, ¨φραγγέλιον εκ σχοινίων¨
¨εξέβαλεν εκ του ιερού¨ τις σπείρες των αχρείων.

Τώρα, όμως, οι έμποροι γίναν ιερατείο
και τρωκτικά, που φόρεσαν προβάτου προσωπείο.

Κι αφού οι πιο πολλοί πιστοί είναι του ¨μη ερεύνα¨
των Χριστεμπόρων θύματα στο πρώτο τους το νεύμα,

δε διαφέρουν και πολύ  απ’ τους ειδωλολάτρες
που προσκυνούν τα κόκκαλα, τις γυάλινες τις χάντρες.

Άραγε  θα εννοήσουνε ποτέ το Ευαγγέλιο
που τους προτρέπει καθαρά: ¨αδράξτε το φραγγέλιο¨;

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑ

ΑΜΑΛΑΓΗ  ΩΣ  ΤΑ  ΣΤΕΦΑΝΑ
                                                          στο Σάκη Γαλατά

 Των Σαρακατσαναίων κλειστή ήταν η κοινωνία
το νου τους είχαν οι γονείς μη γίνει επιμιξία.

Ήξεραν τα συγγένεια, γνώριζαν τα νταμάρια
γι’ αυτό και συμπεθέρευαν πέρα απ’ τα επτά ζωνάρια.

Συχνό ήταν το φαινόμενο, κόρες να παντρευτούνε
να φύγουνε και τους γονείς να μην τους ξαναδούνε.

Στην ιστορία μας, λοιπόν, μία Σαρακατσάνα
παντρεύτηκε και χώρισε για πάντα από τη μάνα.

Είχε τα πρόβατα ο γαμπρός πέρα απ’ τη Νέα Ζίχνη
κάπου στα νότια οι γονείς και χάθηκαν τα ίχνη.

Μετά το γάμο η μάνα της ξανά θα κυοφορήσει
στο χρόνο απάνω το στερνό κορίτσι θα γεννήσει.

Κάποτε ένα θανατικό έπεσε στο κονάκι
δέκα χρονών πεντάρφανο μένει το κοριτσάκι.

Τη σύμασε μια φαμελιά για να την αναθρέψουν∙
την προίκα εκείνη ύφαινε ώσπου να την παντρέψουν.

Τα χρόνια διάβηκαν γοργά κι ενώ ήταν πια κοπέλα
και σε πουρνάρι άπλωνε πάνω μια φουστανέλα,

απ’ τη ραχούλα, άκουσε,  που ήταν παραπέρα
ένα γλυκόλαλο αχό που ’βγαζε μια φλογέρα.

Ύστερα ένοιωσε ένα φως στα μάτια της να πέφτει
ένας τσομπάνος έκανε σήμα με τον καθρέφτη.

Με τη βουτσέλα ύστερα που πήγε ως τη βρύση
πίσω απ’ τον πλάτανο αυτός θα της κρυφομιλήσει.

Από τα μάτια πιάνεται η αγάπη πρώτα πρώτα
κι από τα χείλη ροβολά ως της καρδιάς την πόρτα,

με θράσος μπαίνει απρόσκλητη, θρονιάζεται εκεί μέσα
κι όπως ο βήχας κι ο παράς δεν κρύβεται η μπαμπέσα.

Η τσούπρα κι ο λεβεντονιός πιάστηκαν στην αγάπη
τις μέρες νεύματα κρυφά, νυχτιές μ’ άγρυπνο μάτι.

Ήτανε άλλοι οι καιροί και αυστηρά τα ήθη
πριν από γάμο ο γαμπρός δεν έβλεπε τη νύφη.

Ιδίως αν απ’ τους γονιούς δεν ήταν σιαγμένα
με τα παλιά τα έθιμα όλα συμφωνημένα.

Μια μέρα ο νέος μίλησε στη μάνα του τη χήρα
της λέει ¨κι αν είμαι μικρός  απόφαση το πήρα

γυναίκα μου θα πάρω αυτή που θέλει η ψυχή μου¨,
αδυναμία του ’χε αυτή ¨ζήτησ’ τη¨ λέει, ¨παιδί μου

ούτε και οι προστάτες της εμπόδιο θα μπούνε
κι ίσως είν’ ευκαιρία γι’ αυτούς να την ξεφορτωθούνε¨.

Αρραβωνιάστηκε,  λοιπόν, με τη σαρακατσάνα
¨αμάλαγη ως τα στέφανα¨, έβαλε όρο η μάνα.

Κοντά ήταν τα καλύβια τους μέσα στην ίδια στάνη
κι ετοιμασίες κάνανε να βάλουνε στεφάνι.

Της νύφης και της πεθεράς ταιριάξανε τα χνώτα  
προτού σκεφτεί κάτι η μια, το ’φερνε η άλλη πρώτα.

Μια μέρα καθώς χτένιζε αυτή την πεθερά της
που’ χε λουστεί και ξέπλεκα ήτανε τα μαλλιά της

το χτένι κάπου σκάλωσε επάνω στο κεφάλι,
είχε κοντά στην κορυφή μία ελιά μεγάλη.

Και τότε είπε η μικρή ¨στην πατρική τη στάνη
τη μάνα που με γέννησε χτένιζα πριν πεθάνει

κι είχε κι εκείνη μια ελιά ίδια με τη δική σου¨.
Γυρνάει τότε η πεθερά ¨τι λες μωρή, ορκίσου,

αυτή η ελιά στης μάνας μου το σόι είναι σημάδι
μήπως κοπέλα μου εκεινής είσαι εσύ  ’ψιμάδι,

πως λέγαν τους γουνέους σου, πως λέγαν τους μπαρμπάδες;
Έλα Χριστέ κι Απόστολε, είμαστε αδερφάδες.

Δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ ή πιο πολύ να κλάψω
και αν τα ρούχα της χαράς κατάμαυρα να βάψω.

Αφού, κορίτσι μου καλό, εσύ ’σαι αδερφή μου
αδύνατο για άντρα σου να πάρεις το παιδί μου¨.

Ο γιος, τις βρήκε που ’κλαιγαν κι οι δυο αγκαλιασμένες
με τα μαλλιά ανάπλιγα σαν παραλοϊσμένες.

Και όταν έμαθε κι αυτός για τούτο το αναλέτι
στο στρώμα έπεσε άρρωστος απ’ το πολύ σεκλέτι.

Λέν’  της αγάπης η ουρά  είναι ο πικρός ο πόνος
μα και του πόνου βάλσαμο πως είναι μόνο ο χρόνος.

Πάντρεψαν το κορίτσι αυτό μ’ έναν απ’ άλλο σόι,
των ομματιών του πήρε αυτός η πίκρα μην τον τρώει

κι έφτιαξε το κονάκι του, μακριά, σε ξένα μέρη
μ’ αν έσβησε η αγάπη τους ένας Θεός το ξέρει.