Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

ΕΛΛΑΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΣΟΥ


Στα γήπεδα άναρθρα η Ελλάς κραυγάζει
στα ριάλιτι αβέρτα κάνει χάζι,
στη Eurovision με sms ψηφίζει
μ’ αν θ’ ακριβύνει το ψωμί δεν την αγγίζει,
λέει: ¨δεν πειράζει τρώω παντεσπάνι
η σκέψη η πολλή καλό δεν κάνει».
Μέσα στο internet  Ελλάδα πλοηγείσαι
όμως στα face news πατρίδα μου αρκείσαι.
Το Viber το έχεις ψωμοτύρι
μα για κουτσομπολιό και μπανιστήρι.
Πίνεις ψηφιακά στο facebook καφεδάκια
και τη ζωή σου την κρεμάς στα μανταλάκια.
Για τους προγόνους σου όλο κομπάζεις
ένα βιβλίο όμως δε διαβάζεις.
Δε συζητάς στα καφενεία μα μαλώνεις
ζητάς το ίσιο που η ίδια το στραβώνεις.
Κι ύστερα τους πολιτικούς τους βρίζεις
μα είσαι φτυστή μ’ εκείνους που ψηφίζεις.
Σαν πλοίο μεσοπέλαγα χωρίς κατάρτι
Ελλάδα απορώ πώς βρίσκεσαι στο χάρτη.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Η ΜΑΝΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ


  
Στον ένα ώμο ένα μπογαλάκι
στο στήθος της σφιχτά ένα μωρό
ο άντρας της θαμμένος στο χαντάκι
οι οβίδες γύρω έστησαν χορό.

Μέσα από μέρη δύσβατα πορεία
διαταγές στυγνών διακινητών
μεσάνυχτα σε μία παραλία
κι απέναντι τα φώτα των νησιών.

Σε βάρκα πλαστική πολλοί νομάτοι
ιδρώτας, δυσωδία, αχ και βαχ
με δάκρυα π’ αρμύρισε τ’ αλάτι
εκκλήσεις στο Θεό ή στον Αλλάχ.

Ύστερα κύματα φουρτουνιασμένα
παλεύουν σώματα με το νερό
κι η μάνα να φωνάζει απεγνωσμένα:
¨εμένα αφήστε, σώστε το μωρό¨.

Χωρίς ταυτότητα, θαμπή αχτίδα
μες στα ψυχρά hotspot της προσφυγιάς
χωρίς διεύθυνση, χωρίς πατρίδα
φλύαρες μέρες, νύχτες μοναξιάς.

Μ’ απ’ του μικρού μωρού της την ανάσα
παίρνει κουράγιο, δύναμη πολύ
κι αν η ζωή σ’ εκείνη έπαιξε φάρσα
πρέπει να δώσει ελπίδα στο παιδί.

Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

DRONE


Δε φτάνανε οι μυστικές -και μη- υπηρεσίες
που φακελώνουν άτομα, ομάδες, κοινωνίες.

Δε φτάνει τα προσωπικά -κάποτε- δεδομένα
που οι εταιρίες τα 'χουνε ψηφιοποιημένα.

Τώρα που 'ναι φτηνό το drone λες κι είναι ξυπνητήρι
το αγοράζει ο καθείς και κάνει μπανιστήρι.

Εκπέμπει στο διαδίκτυο και όποιον πάρει η μπόρα
βγάζει, ανυποψίαστων, τα άπλυτα στη φόρα.

Προχτές που ήμουν καθ' οδόν -πριν το χωριό αντικρίσω-
η ανάγκη μου υπαγόρευσε κάπου να σταματήσω.

Κάτω από μια βελανιδιά στάθηκα προς νερού μου
μα ένα drone κατέγραψε την όψη του φαλλού μου.

Ύστερα στο mpampini in κοινή έγινε θέα
και έπειτα στο facebook απλώθηκε μοιραία.

Δε λέω, δέχτηκα πολλά αιτήματα φιλίας
από κυρίες, ειδικά, μεσαίας ηλικίας.

Όμως, με ποιο δικαίωμα δείχνουν τ' απόκρυφά μου,
να τρέμω μήπως ανοιχτό μείνει το φερμουάρ μου;


Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΕΛΦΙ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ


Μια σέλφι θέλησα να βγω πάνω σε μία σκάλα
και να τη στείλω ύστερα σε μια κοκκινομάλλα.

Μα φύσηξε ένας βοριάς ύπουλος και ζηλιάρης
κι η σκάλα πήγε απ' τη μια κι από την άλλη ο Άρης.

Μου 'ρθε σε δευτερόλεπτα ο ουρανός σφοντύλι,
συνήλθα, βλέπω δεξιά μια σιδερένια στήλη

κι αριστερά μου ένα τρανό και ριζιμιό λιθάρι
ενώ ήμουν ανάσκελα πάνω σ' ένα δοκάρι.

Σε άσχημη κατάσταση η μία μου η πλάτη
κι έπειτα οι ορθοπεδικοί με κάνανε πελάτη.

Το χέρι το αριστερό σε νάρθηκα κουρνιάζει,
απέφυγα το κάταγμα και λέω: ¨δεν πειράζει¨.

Στην ατυχία τυχερός -το θαύμα του Λαζάρου-
που απ' τα δόντια μ' άρπαξε του φθονερού του χάρου.

Δεν είπα στη γυναίκα μου το αίτιο της πτώσης
θα μου 'λεγε: ¨αδιόρθωτε, πορνόγερε μη σώσεις¨.

Μα έχω και τους φίλους μου, συνέχεια με τσιγκλάνε:
¨οι γέροι από χέσιμο ή πέσιμο θα πάνε¨.

Γελάω, κι αφού το δεξί κουνάω μ' ευκολία
με το μεσαίο δάχτυλο κάνω χειρονομία.


Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Ο ΤΑΥΡΟΜΑΧΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ


Κατά τη διάρκεια της μελέτης μου για το έργο του Λόρκα κάπου διάβασα ότι ο αδικοχαμένος ταυρομάχος και διανοούμενος Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας (Ignacio Sanchez Mejias 1891-1934), o ευαίσθητος  ποιητής, γοητευμένος με τις παραδόσεις του τόπου του έλεγε:  ¨Σ’ αυτή τη χώρα οι ποιητές κοσκινίζουν το θάνατο επί αιώνες¨.

Στον ποιητή Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας αφιερώνω τους παρακάτω στίχους:


Ο  ΘΑΝΑΤΟΣ  ΤΟΥ  ΤΑΥΡΟΜΑΧΟΥ
Λένε ότι οι τσιγγάνοι κάτω στην Ανδαλουσία
πως στη μυρωδιά θανάτου έχουν μια ευαισθησία.

Πως μια μέρα προτού έρθει με το σκούρο φόρεμά του
τον οσμίζονται, εκείνοι, από την αποφορά του.

Λένε ότ’ είδαν τα σημάδια -τα αόρατα γραμμένα-
πως ο μαύρος καβαλάρης θα καλπάσει στην αρένα.

Αν είναι έτσι έπεσαν διάνα και μακάρι να ’ταν ψέμα
ο Ιγνάθιο στην άμμο μέσα σε μια λίμνη αίμα.

Κι είχε πει: -τι ειρωνεία!- της καριέρας τελευταία
θα ’δινε ταυρομαχία, κι όμως στάθηκε μοιραία.

Ένα κέρατο μπηγμένο στο μηρό του απ’ τον ταύρο
και τον αυγουστιάτικο ήλιο σκέπασε ένα νέφος μαύρο.



ΚΟΣΚΙΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ  ΘΑΝΑΤΟ

Ο ταυρομάχος ποιητής
ξανά τον κίνδυνο αψήφησε
και στα σαράντα τρία του
τον ταύρο μες στα μάτια αντίκρισε.

Ήτανε πέντε ακριβώς
όταν ο Ιγνάθιο ξαπλώθηκε
στην άμμο, και μες στο μηρό
το κέρατο βαθιά καρφώθηκε.

Το θάνατο και τη ζωή
στην Ισπανία τα ’χουν δίπορτο
και είχε πει ο Ιγνάθιο
σε χρόνο εντελώς ανύποπτο:

¨Σ’ αυτή τη χώρα οι ποιητές
τηρούν κανόνα απαράβατο
-επί αιώνες,  συνεχώς-
να κοσκινίζουνε το θάνατο¨.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

NOVARTIS ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ


Σκάνδαλα υπήρξανε πολλά και γίνονται ακόμα,
σε λίστες μας οδήγησε του χρήματος το χρώμα.
Σε υπουργείων προθάλαμους υπάρχει οσμή σκανδάλων 
ελάχιστων, πολύ μικρών, μεσαίων και μεγάλων.

Πού πήγαν μύρια και δις
και τα πληρώνουμε εμείς
δράστης δεν πιάστηκε κανείς.

Offshore, νησάκια Keyman, σακούλες, βαλιτσάκια 
δεσμίδες σε κουτιά που πριν είχαν πάνες βρακάκια.
Χρήμα εδώ, χρήμα εκεί, πού φεύγει πού γλιστράει;
Απ’ τα κλεμμένα τίποτα στο κράτος δε γυρνάει.

Πού πήγαν μύρια και δις
και τα πληρώνουμε εμείς
δράστης δεν πιάστηκε κανείς.

Πολλές οι εξεταστικές, μεγάλος και ο ντόρος 
θυμίζουν το: ¨έτεκεν μυν, ενώ ώδινεν όρος¨.
Νόμοι για τις παραγραφές, βουλευτική ασυλία
μηδέν από μηδέν μηδέν και κλείνουν τα βιβλία.

Πού πήγαν μύρια και δις
και τα πληρώνουμε εμείς
δράστης δεν πιάστηκε κανείς.

Κι ενώ μας λεν χαθήκανε λεφτά, αποδεδειγμένα
εμείς ρωτάμε αφελώς: ¨πού πήγαν τα κλεμμένα;¨.
και βγαίνουν κάτι Πάγκαλοι με ευτραφείς σκεμπέδες
και λεν: ¨μαζί τα φάγαμε, σκασμός ρε ρεμπεσκέδες¨.

Αν δεν βρεθεί τώρα κανείς
μείνουν εκτός της φυλακής
κι εάν δε μαζευτούν τα δις
σίγουρα τότε φταίμε εμείς.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

ΣΤΑΜΑΤΗΣ-ΕΝΤΟΓΑΝ


Άλλο το θέμα το εθνικό
και άλλο η Novartis
αλλά γιατί τα μπέρδεψε
ο βουλευτής Σταμάτης,

και είπε πως στον Εντογάν
έχει εμπιστοσύνη
ως γνήσιο αρσενικό
με μπέσα και ευθύνη;

Μήπως γλώσσα λανθάνουσα
τα αισθήματα δεν κρύβει
και σε χαλί οθωμανικό
ευλαβικά πως σκύβει;

Τι τρέχει, όμως, με τον Ταγίπ
φίλε μου, Δημητράκη;
Θαρρώ ότι για φερετζέ
το έχεις το μουστάκι.

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΣΤΡΙΓΚΟΚΙΝΗΤΟ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ




ΤΟ  ΣΤΡΙΓΚΟΚΙΝΗΤΟ  ΤΟΥ  ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ

Καπνοσακούλα και σουγιά έβαζαν στο σελάχι
τα χρόνια εκείνα τα παλιά φουστανελάδες ¨βλάχοι¨.

Στριγκάκι για σελάχι της είχε στο καρναβάλι
καρναβαλίστρια που σ’ αυτό, το κινητό είχε βάλει.

Μα απορώ τι το ’θελε το κινητό μαζί της
μήπως τα like μέτραγε για την εμφάνισή της,

δονήσεις αναπάντητες που στέλναν οι βαρβάτοι
ή σύγχρονο ειδώλιο να μην την πιάνει μάτι;

Όπως και να ’χει, πάνω στην τροχήλατη παράγκα
αυτό το στριγκοκινητό αξίζει όλα τα φράγκα.


Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΣΑΡΜΕΛΑ (Φιλιάζουσαι ή Ιδιάζουσαι) του Ηρώνδα

Οι Μιμίαμβοι του Ηρώδου
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Επί αιώνας μένοντες κρυμμένοι
εντός του σκότους Αιγυπτίας γης
μέσω τοιαύτης απελπιστικής σιγής
έπληττον οι μιμίαμβ' οι χαριτωμένοι·

αλλά επέρασαν εκείν' οι χρόνοι,
έφθασαν από τον Βορρά σοφοί
άνδρες, και των ιάμβων έπαυσ' η ταφή
κ' η λήθη. Οι ευτράπελοί των τόνοι

μας επανέφεραν τας ευθυμίας
ελληνικών οδών και αγορών·
κ' εμβαίνομεν μαζύ των εις τον ζωηρόν

βίον μιας περιέργου κοινωνίας.
......................................................................
......................................................................

Παρακάτω  σε δική μου ελεύθερη έμμετρη απόδοση 
ένας από τους Μιμίαμβους του Ηρώνδα ο οποίος έζησε τον 3ο π.Χ. αιώνα.
Στην ουσία είναι ένα μονόπρακτο:

Η  ΚΟΚΚΙΝΗ  ΣΑΡΜΕΛΑ
(Φιλιάζουσαι ή Ιδιάζουσαι)

ΚΟΡΙΤΤΩ
Κάτσε Μητρώ

    Βαλ’ το σκαμνί να κάτσει η Μητρούλα
σήκω! Τίποτα μόνη σου δεν κάνεις μωρή δούλα
πρέπει εγώ να σου το πω, τι στέκεις σα λιθάρι;
Μα όταν είναι για φαΐ στραγγίζεις το κοχλιάρι,
αν πέσει, όμως, στο πάτωμα και κόκκος από στάρι
η γκρίνια κι η μουρμούρα σου τρυπάνε το ντουβάρι.
Τώρα που σε χρειάζομαι κάνεις πως συγυρίζεις
δεν είναι ώρα κλεφταρού τοίχους να σαπουνίζεις.
Σήμερα είσαι τυχερή γιατ’ ήρθε η φιλενάδα
αλλιώς θα μέτραγες ξυλιές απάνω σου αράδα.

ΜΗΤΡΩ
Αχ Κοριττώ, ίδια τραβώ κι εγώ μαζί με σένα
ολημερίς τα νεύρα μου τα έχω τεντωμένα
και σαν τη σκύλα αλυχτώ για να τις κάνω ζάφτι
μα απόψε ήρθα ως εδώ για κάτι που ¨εξάπτει¨.

ΚΟΡΙΤΤΩ
Εμπρός χαθείτε από δω μην πάρω τη ζωστήρα
και μη σταθείτε ούτε στιγμή πίσω από τη θύρα
άμα θελήσω θα σας πω, τραβάτε στο χαγιάτι
μονάχα γλώσσα και αυτί•  κι ολημερίς ραχάτι.

ΜΗΤΡΩ
Με ειλικρίνεια, Κοριττώ, θέλω να μου μιλήσεις
για πες μου πώς κατάφερες …..εκείνο να αποκτήσεις;
Ποιος σου ’φτιαξε, αγάπη μου, την κόκκινη σαρμέλα
απίστευτο ομοίωμα!
ΚΟΡΙΤΤΩ
                                                   Που το ’δες ρε Μητρέλα;

ΜΗΤΡΩ
Το ’χε η Νοσσίς της Ήριννας, βολεύτηκε η κυρία.

ΚΟΡΙΤΤΩ
Και πού το βρήκε;

ΜΗΤΡΩ
                               Δε θα πω, μην κάνεις φασαρία.

ΚΟΡΙΤΤΩ
Στ’ ορκίζομαι, ό,τι κι αν πεις μέσα εδώ θα μείνει.

ΜΗΤΡΩ
Μου ’πε, η Ευβούλη του Βιτώ τη δάνεισε σ’ εκείνη,
την όρκισε ότι κανείς δεν πρέπει να το μάθει.

ΚΟΡΙΤΤΩ
Γυναίκες! Η Ευβούλη, αχ, αυτό το κατακάθι
αυτό το γύναιο μια φορά στον τάφο θα με πάει
την είχα εδώ, λυπήθηκα να με παρακαλάει,
ωραία φίλη απ’ το καρνέ αμέσως θα τη σβήσω.
Της το ’δωσα πριν καν εγώ το χρησιμοποιήσω
κι αυτή έκανε περιφορά σε κάθε μια τυχούσα.
Άκου η Νοσσίς, αυτή εγώ φαρμάκι θα κερνούσα
ό,τι να πω για αυτήνανε, Μητρώ, θα είναι λίγο
μα ας μη γίνω βλάσφημη, πρέπει να τ’ αποφύγω.
Χίλιες να είχα ούτε μια σ’ αυτή την κατσιβέλα
δε θα ’δινα• έστω και αν ρόζους είχε η σαρμέλα.

ΜΗΤΡΩ
Μην κάνεις έτσι Κοριττώ, κράτησε την οργή σου
δεν το επιτρέπει η θέση σου και η καταγωγή σου
να σε τσαντίζουν κατινιές• μα η γλώσσα μου τα φταίει
που τρέχει πριν απ’ το μυαλό γιατί με σιγοκαίει
το σαρμελοομοίωμα, είναι το φλέγον θέμα•
σαν κολλητές που ήμαστε, μην πεις κανένα ψέμα
αν μ’ αγαπάς βρε Κοριττώ πες μου ποιος το ’χει φτιάξει;

ΚΟΡΙΤΤΩ
Καλέ τι με παρακαλάς, ο Κέρδων το ’χει ράψει.

ΜΗΤΡΩ
Ποιός απ’ τους δυο; Ο Κέρδωνας  γείτων της Μυρταλίνης;
Απ’ όσο ξέρω, όμως, αυτός στερείται αξιοσύνης
ούτε χορδή στη λύρα του μπορεί να την κουρδίσει•
ο άλλος είναι γέρος πια, τον είχε ξεζουμίσει
η Κυλαιθίδα η μαμά, καλέ, αυτής της Μυρταλίνης,
πέθανε κι ό,τι μάζεψε τα έγραψε εκείνης.
Αυτός θαρρώ πως κάθεται σ’ αυτή τη συνοικία
που μένει ο Ερμόδωρος, πίσω απ’ την πλατεία.

ΚΟΡΙΤΤΩ
Κανένας απ’ αυτούς του δυο, ξένος Ερυθραιώτης
ένας κοντός και καραφλός ή μήπως είναι Χιώτης;
Φτυστός στη μούρη, άμα το δεις, θαρρείς είναι ο Πραξίνος απ’ τη φωνή κατάλαβα πως δεν ήταν εκείνος.
Στο σπίτι του έχει αυτός, κρυφά, βιοτεχνία
δουλεύει μαύρα, όπως πολλοί, τρέμει την εφορία.
Μα είναι, όμως, μάστορας, σπουδαίος καλλιτέχνης
θαρρείς τα σμίλεψε η θεά, αυτά είναι έργα τέχνης.
Ήρθε, λοιπόν, και μου ’δειξε, ο Κέρδων, δυο κομμάτια ανώτερα απ’ αληθινά, μου βγήκανε τα μάτια

-μονάχες είμαστε καλέ;- έχουν βελούδο δέρμα
απ’ τ’ αντρικά τα μόρια αυτά παίρνουν το στέμμα.
Από ατόφιο δε μαλλί φτιαγμένοι είν’ οι ιμάντες
και τέλεια εφαρμογή, τύφλα να ’χουν οι άντρες.
Γνώστης είναι ο Κέρδωνας, άριστος, των δερμάτων πρύτανης των ερωτικών υποβοηθημάτων.

ΜΗΤΡΩ
Κι αφού είχε δυο γιατί άφησες τη δεύτερη σαρμέλα;

ΚΟΡΙΤΤΩ
Τι λες, Μητρώ, απάνω του έπεσα σαν τη βδέλλα
τον χάιδεψα, τον φίλησα, τον κέρασα και οίνο
μόνο που δεν του κάθισα, δε μύρισα τον …κρίνο.

ΜΗΤΡΩ
Κακώς, άμα στο ζήταγε ας το ’πνιγες στη ζούλα.

ΚΟΡΙΤΤΩ
Θα το ’πνιγα αν δεν έφτανε, η Ευβούλη, αυτή η τσούλα.
Μήνες έχει το μύλο της εκείνη χαλασμένο
φέρνει εδώ το στάρι της και φεύγει μ’ αλεσμένο.
Τσιγκούνα, τρακαδόρισσα, κι ήρθε πάνω στην ώρα
είδε σαρμέλα ολόστητη κι αυτά τραβάω τώρα.

ΜΗΤΡΩ
Και πώς ο Κέρδων, Κοριττώ, έφτασε συστημένος
πες την αλήθεια, από ποιάν ήρθε ειδικά σταλμένος;

ΚΟΡΙΤΤΩ
Τον έστειλε η Άρτεμη που ’χει άντρα βυρσοδέψη.

ΜΗΤΡΩ
Αυτή η κουφάλα η Άρτεμη παρά ’χει ρουφιανέψει
φροντίζει να μην πλήττουμε, πέρασε τη Θαλεία
που ως τώρα αυτή της ρουφιανιάς κρατούσε τα πρωτεία.

Μα ο Κέρδων που δε σου άφησε το δεύτερο κομμάτι
σου είπε μήπως τώρα ποιας ζεσταίνει το κρεβάτι;

ΚΟΡΙΤΤΩ
Όχι, γιατ’ είχε ορκιστεί προς την πελάτισσά του•
ο Κέρδωνας πολύ καλά την ξέρει τη δουλειά του
χάδια, φιλιά, πηδήματα είναι τα τυχερά του
αλλά και αντιστάθμισμα στην εχεμύθειά του.

ΜΗΤΡΩ
Πες μου πού μένει η Άρτεμη, να πάω να τη ρωτήσω
για να μου πει τον Κέρδωνα πώς θα τον συναντήσω.
Όμως, θα πρέπει, Κοριττώ, τώρα να σε αφήσω
γιατί μου φαγουρίζεται και πάω να το …ταΐσω.

ΚΟΡΙΤΤΩ
Κλείσε την πόρτα δούλα μου, μη στέκεις σα λεχώνα
μέτρα τις κότες, τάισ’ τες, κλείσε τον ορνιθώνα•
ορνιθοκλέφτες γέμισε αυτή εδώ η πόλη
και μην ξεχάσεις στη φωλιά ν’ αφήσεις ένα φώλι.

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

ΠΥΓΜΑΛΙΩΝ

προσπάθεια έμμετρης απόδοσης μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες Μεταμορφώσεις του Οβίδιου

Ο Πυγμαλίων βλέποντας να ζουν έκλυτο βίο
κορίτσια που σε ξεγελούν μ’ αθώο προσωπείο
σιχάθηκε τις θηλυκές, θαρρούσε πως η φύση
με ελαττώματα πολλά τις έχει εξοπλίσει.
Γι’ αυτό και μέσα στη ζωή εργένης είχε μείνει
μόνος, δίχως συντρόφισσα κοιμότανε στην κλίνη.
Στο μεταξύ σε φίλντισι ολόλευκο σκαλίζει
με τέχνη απαράμιλλη -το τέλειο αγγίζει-
μορφή γυναίκας που καμιά η ζωοδότρα η φύση
δε μπόρεσε και δε μπορεί όμοια της να γεννήσει.
Ο ίδιος ερωτεύεται το δημιούργημά του
παρθένα ολοζώντανη θαρρείς κι είχε μπροστά του
που αν αιδώς την άφηνε θα ’θελε να λυγιέται 
το ύφος της υπονοεί πως θέλει αλλά κρατιέται.
Θαυμάζει  τ’ άψυχο κορμί, φωτιά παίρνει η καρδιά του  
συχνά το έργο ψηλαφεί με τ’ ακροδάχτυλά του
να δει και βεβαιωθεί φίλντισι είναι ή σώμα,
αρνείται ότι είναι φίλντισι και τη φιλά στο στόμα.
Τέτοιο είναι το πάθος του που αίσθηση του δίνει
πως το γλυπτό του αντιδρά και τον φιλά κι εκείνη
και της μιλάει και την κρατά κι ο αφελής νομίζει
πως όπως με τα δάχτυλα τα μέλη της αγγίζει
μήπως πιέσει δυνατά και μελανιές αφήσει•
άλλοτε με γλυκόλογα θα την πολιορκήσει
την άλλη δώρα κουβαλά που αρέσουν στις κοπέλες
κοχύλια, λεία βότσαλα, ζωγραφισμένες πέρλες.
Πουλιά μικρά, πολύχρωμα λουλούδια της αφήνει
και Ηλιάδων δάκρυα που στάζει το ρετσίνι.
Ρούχα στα μέλη της φορά, στα δάχτυλα πετράδια
και στο λαιμό μακρύ κολιέ, στ’ αφτιά μαργαριτάρια,
γύρω απ’ το κεφάλι της τυλίγει μια κορδέλα
στο στήθος διαγώνια περνά μία δαντέλα.
Στολίδια όλα ταιριαστά στο άσπρο της το σώμα
μα και γυμνή περσότερο όμορφη είναι ακόμα.
Σιδώνειο χρώμα πορφυρό βαμμένο το σεντόνι
όπου με τρυφερότητα επάνω την ξαπλώνει.
¨Συντρόφισσα του κρεβατιού¨, έτσι την ονομάζει
και το γερμένο της λαιμό στα πούπουλα τον βάζει
λες και μπορεί να αισθανθεί εάν το μαξιλάρι
είναι ένα μάρμαρο σκληρό ή απαλό ζυμάρι.
Έφτασε, όμως, η τρανή μέρα της Αφροδίτης
και την τιμούν ευλαβικά στην Κύπρο τη γιορτή της.
Δαμάλια που τα κέρατα χρυσά έχουν στολισμένα
μπρος στο θυσιαστήριο κείτονται ξαπλωμένα
μετά από ένα χτύπημα στον άσπρο το λαιμό τους•
καίνε θυμιάματα οι πιστοί, ρίχνουν τον όβολό τους,
έτσι κι εκείνος στο βωμό με δώρα φορτωμένος
στάθηκε και γονάτισε και είπε φοβισμένος:
¨Θεοί, που όλων των θνητών κρατάτε τα κουμάντα
κι αν θέλετε μπορείτε εσείς να δώσετε τα πάντα
ζητώ  να ’χω για σύζυγο -να κάνω οικογένεια-
(δεν τόλμησε όμως να πει ¨αυτή την φιλντισένια¨)
μια κόρη όμοια με αυτή που σμίλεψα στο σπίτι¨
μα ήταν παρούσα στη γιορτή και η χρυσή Αφροδίτη
π’ άκουσε και κατάλαβε αυτό που επιθυμούσε
κι αμέσως στίγμα έδωσε σ’ αυτόν πως συναινούσε
κάνοντας να γιγαντωθεί η φλόγα στο βωμό της
και τρεις φορές στον ουρανό ν’ ανέβει ο καπνός της.
Πράγματι ενώ το απόγευμα στο σπίτι είχε γυρίσει
κι έσκυψε στο κρεβάτι του την κόρη να φιλήσει
νιώθει τα χείλη της ζεστά• ξανά τα πλησιάζει
και με τα χέρια, απαλά τα στήθη της μαλάζει.
Με τ’ άγγιγμα μαλάκωσε του φίλντισι η σκληράδα
τα δάχτυλα βουλιάζουνε κι αφήνουνε σημάδια,
σαν την κερήθρα του Υμηττού που ο ήλιος μαλακώνει
και με το χέρι πλάθεται, απλώνει και πτυχώνει
και αυτή η εύπλαστη μορφή προσφέρεται για χρήση,
παρόμοια το σώμα της  αίσθηση θα του αφήσει.
Στέκει για λίγο έκπληκτος, αλήθεια είν’ ή πλανάται
στα δυο είναι ταυτόχρονα, χαίρεται και φοβάται.
Η αγάπη του, ο έρωτας, το χέρι κατευθύνει
να ελέγξει αν έστερξε η ευχή που έκανε για εκείνη.
Ναι, είναι σώμα αληθινό, τις φλέβες σαν αγγίζει
εκείνες όντως αντιδρούν• σκύβει και γονατίζει
κι ευχαριστεί ο Πάφιος  ήρως  την Αφροδίτη
και ύστερα στη συζυγική ξαπλώνεται την κοίτη
και την φιλά στο στόμα της που αισθάνεται, που θέλει
πλέον για έρωτα διψούν τα κάτασπρα της μέλη
και κοκκινίζει από ντροπή, δειλά, όμως, ξεθαρρεύει
στρέφει τα μάτια της σ’ αυτόν, κι ύστερα  ταξιδεύει
στο φως του έβδομου ουρανού, πιάνοντας τους γλουτούς του
σμίγοντας τους λευκούς χυμούς μαζί με τους δικούς του.
Η Αφροδίτη ευλόγησε, παρούσα, αυτή τη σμίξη
έργο δικό της άλλωστε που ’χε αίσια καταλήξει.
Κι ύστερα από εννιά φορές γεμάτη τη σελήνη
που τον καρπό του άντρα της κυοφορούσε εκείνη
τον Πάφο γέννησε το γιο, το Κύπριο παλικάρι
κι απ’ αυτόν το όνομα η νήσος έχει πάρει.